Έτσι νικούν οι Έλληνες!

Ενημερώθηκε: Ιαν 4

Στο βιβλίο του «The Fifteen Decisive Battles Of the World From Marathon To Waterloo» ο Άγγλος ιστορικός Sir Edward Creasy καταθέτει την άποψη ότι «η μάχη του Μαραθώνα έσπασε για πάντα το μύθο του αήττητου των Περσών που παρέλυε τη διάνοια των λαών. Ενέπνευσε στους Έλληνες την αυτοπεποίθηση που απέκρουσε τον Ξέρξη και εξασφάλισε στην ανθρωπότητα τον πολιτιστικό θησαυρό των Αθηνών (πρωτίστως η δημοκρατία) που οδήγησε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό».


Στο βιβλίο του «The Fifteen Decisive Battles Of the World From Marathon To Waterloo» ο Άγγλος ιστορικός Sir Edward Creasy

Στην αυγή του 5ου αιώνα π.Χ., μετά την κατάπνιξη της Ιωνικής επανάστασης από τις δυνάμεις της Περσικής αυτοκρατορίας, η εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας έμοιαζε κάτι παραπάνω από βέβαιη. Ο Μεγάλος Βασιλιάς Δαρείος Α΄ ήταν αποφασισμένος να χαλιναγωγήσει το ελεύθερο πνεύμα των Ελλήνων και να προσθέσει τη χώρα τους στις υποτελείς επαρχίες του. Στη σκέψη του πανίσχυρου ηγεμόνα η δημοκρατική πόλη των Αθηνών φάνταζε ως ο πλέον επικίνδυνος αντίπαλος. Μάλιστα, είχε υποδείξει σε έναν από τους δούλους του να του υπενθυμίζει σε κάθε γεύμα: «Δέσποτα, μέμνεο των Αθηναίων» (Άρχοντα, να θυμάσαι τους Αθηναίους).




Ο προδότης Ιππίας


Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την παροχή στρατιωτικής στήριξης από την Αθήνα στην αποτυχημένη προσπάθεια των μικρασιατικών αποικιών για αυτοδιάθεση, έθεσε σε εφαρμογή το επεκτατικό του σχέδιο. Σύμφωνα με αυτό, ένα εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από περίπου 30.000-50.000 οπλίτες και 1.000-2.000 ιππείς επιβιβάστηκε σε 600 πολεμικά πλοία και απέπλευσε από τα παράλια της Κιλικίας στα μέσα του καλοκαιριού του 490 π.Χ. με προορισμό την Ελλάδα. Στρατηγοί είχαν οριστεί ο Μήδος ναύαρχος Δάτης και ο ανιψιός του αυτοκράτορα Αρταφέρνης, οι οποίοι βασίστηκαν σημαντικά στις συμβουλές του έκπτωτου Αθηναίου τύραννου, Ιππία. Αφού ισοπέδωσαν όλες τις πόλεις των Κυκλάδων που τόλμησαν να μην προσφέρουν «γην και ύδωρ» ως ένδειξη υποταγής, στάφηκαν προς την Εύβοια. Εκεί, παρ’ ότι η Κάρυστος προέβαλε μικρή αντίσταση, η Ερέτρια αντιστάθηκε σθεναρά στην πολιορκία των επίδοξων κατακτητών.

Όταν οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τα νέα σχετικά με την επέλαση των Περσών, σύστησαν ένα στράτευμα αποτελούμενο από 10.000 οπλίτες. Γι’ αυτό το σκοπό, καθεμιά από τις 10 φυλές της πόλης στρατολόγησε 1.000 άντρες, από επιφανείς πολίτες μέχρι απελεύθερους δούλους. Παράλληλα, αποφάσισαν να ζητήσουν την αρωγή της άλλης μεγάλης δύναμης του ελλαδικού χώρου× της Σπάρτης.



Φειδιππίδης - Ο πρώτος Μαραθωνοδρόμος


Ο αγγελιοφόρος Φειδιππίδης μετέφερε το μήνυμα, καλύπτοντας την απόσταση των 220 χλμ. σε μόλις 48 ώρες. Επιστρέφοντας το ίδιο γρήγορα στο άστυ, παρέδωσε την απάντηση των Σπαρτιατών, οι οποίοι συμφωνούσαν μεν να σταθούν στο πλευρό των Αθηναίων, ωστόσο, για θρησκευτικούς λόγους, δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν τη νέα σελήνη.

Φειδιππίδης - Ο πρώτος Μαραθωνοδρόμος

Μετά την ισοπέδωση της Ερέτριας, ως παραδειγματική τιμωρία, ο πολυάριθμος περσικός στρατός πέρασε απέναντι και έστησε το στρατόπεδό του στο σημείο που υπέδειξε ο Ιππίας× στο Μαραθώνα. Η αντίδραση των Αθηναίων ήταν άμεση. Η πάνοπλη φάλαγγα, η οποία είχε επικεφαλής 10 στρατηγούς – έναν από κάθε φυλή – με πολέμαρχο τον Καλλίμαχο, έσπευσε να τους αναχαιτίσει με κάθε μέσο. Στο πλευρό τους βρέθηκαν και 1.000 Πλαταιείς, που ανταποκρίθηκαν χωρίς δισταγμό στην έκκληση των συμμάχων τους για βοήθεια.


Αν και το σκηνικό είχε στηθεί πάνω στην καταπράσινη κοιλάδα, καμιά από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές δεν φάνηκε να αποτολμά την πρώτη κίνηση. Οι Πέρσες, καλά οχυρωμένοι στο σημερινό Κάτω Σούλι με το Μεγάλο Έλος (ακτή του Σχινιά) στα νώτα και το ρέμα του Χάραδρου μπροστά τους, περίμεναν υπομονετικά και με περισσή αυτοπεποίθηση τους Έλληνες δίπλα στα καράβια τους. Οι Αθηναίοι, από την άλλη, επέλεξαν να αποκλείσουν το στενό πέρασμα ανάμεσα στο Αγριελίκι και τη θάλασσα, το οποίο αποτελούσε τη μοναδική ομαλή δίοδο πρόσβασης για την πόλη τους. Παράλληλα, όμως, από εκείνη τη θέση είχαν και την εποπτεία του ορεινού δρόμου, ανάμεσα στα όρη Αγριελίκι και Τσέπι, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως εναλλακτική επιλογή για την αντίπαλη παράταξη.


Παρ’ όλα αυτά, στις τάξεις των στρατηγών υπέβοσκε μια διαφωνία σχετικά με την επιλογή του πεδίου της μάχης και την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι μισοί από αυτούς υποστήριζαν πως θα έπρεπε να φυλάξουν την προνομιακή τους θέση και να αποκρούσουν με ευκολία τις όποιες περσικές επιδρομές είτε από τα πεζοπόρα τμήματα είτε από το ισχυρό ιππικό. Οι άλλοι μισοί, με προεξάρχοντα τον Μιλτιάδη, θεωρούσαν ότι, για να αυξήσουν τις πιθανότητες επικράτησής τους, όφειλαν να εμπλακούν σε ανοιχτή μάχη με το υπέρτερο αντίπαλο στράτευμα. Στόχος τους ήταν να εκμεταλλευτούν το πλεονέκτημα της έκπληξης και την σιδηρά πειθαρχία των στρατιωτών τους.




Η ευφυΐα του Μιλτιάδη


Η αναμονή έληξε οχτώ ημέρες αργότερα, όταν ανέλαβε την αρχιστρατηγία ο Μιλτιάδης –κάθε μέρα το σκήπτρο περνούσε με τη σειρά στα χέρια ενός διαφορετικού στρατηγού. Αφού, λοιπόν, έπεισε τον πολέμαρχο Καλλίμαχο για το σχέδιό του, οδήγησε τους Αθηναίους στο πεδίο της μάχης –εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο περίφημος Τύμβος των Μαραθονομάχων. Διαβλέποντας τον ορατό κίνδυνο της περικύκλωσης του αθηναϊκού στρατού από τους κατά πολύ περισσότερους Πέρσες, ο σπουδαίος στρατηλάτης παρέταξε τη φάλαγγα έτσι ώστε το μέτωπό της να είναι ίσο σε μήκος με αυτό των αντιπάλων (περίπου 1.600 μέτρα). Η ευφυία του σχεδίου του, όμως, έγγειται στην απόφασή του να δυναμώσει

Η ευφυΐα του Μιλτιάδη

τις πτέρυγες (σε βάθος 8 αντρών) αφήνοντας ένα κενό στο μέσο της παράταξης (στοίχοι μόλις 2 αντρών). Στην τιμητική δεξιά πλευρά τοποθετήθηκε ο Καλλίμαχος, ενώ το δεξί άκρο κάλυψαν οι γενναίοι Πλαταιείς. Η δύσκολη αποστολή της συγκράτησης του εξασθενημένου κέντρου ανατέθηκε στις φυλές δύο μελλοντικών πρωταγωνιστών του πολέμου ενάντια στην περσική αυτοκρατορία× τον θριαμβευτή της Σαλαμίνας, Θεμιστοκλή, και τον νικητή των Πλαταιών, Αριστείδη.

Οι υπερφίαλοι Πέρσες είχαν αναπτυχθεί απέναντι στους αντιπάλους τους τοποθετώντας τα προερχόμενα από τους κατακτημένους λαούς στρατεύματα στα πλευρά και στο μέσο τους επίλεκτους Πέρσες (ανάμεσά τους και οι περίφημοι Αθάνατοι) και τους Σάκκες τοξότες, κρατώντας το ιππικό στα μετόπισθεν. Από τον τρόπο που παρατάχθηκαν μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι, πέρα από τη βεβαιότητα της θετικής για εκείνους έκβασης, είχαν σχεδιάσει να επιβιβαστούν στο στόλο τους και να αποπλεύσουν με προορισμό το Φάληρο, αποσκοπώντας στο να πιάσουν εξαπήνης την ανυπεράσπιστη Αθήνα.