«Το εγκαταλελειμμένο δίπατο στο Μαραθώνα»

Ενημερώθηκε: 14 Οκτ 2019

Μια ηλιόλουστη Απριλιάτικη Κυριακή. Κάπου στον Μαραθώνα βρίσκονται τα απομεινάρια ενός νεοκλασικού διώροφου με μπαλκόνια και μια μεγάλη βεράντα μπρος από την καγκελόπορτα που οδηγεί στον κήπο, εκεί που άλλοτε υπήρχαν δέντρα και λουλούδια. Ντενεκέδες και γλάστρες σε όλα τα μεγέθη με βασιλικά, μαργαρίτες σε όλα τα χρώματα, τριανταφυλλιές ευωδιαστές, μποκανβίλιες με τα αγκάθια τους για να προστατεύουν τα άνθη τους και να δημιουργούν μια χρωματιστή πέργκολα, υάκινθοι με το μεθυστικό τους άρωμα, μπουγαρίνια και γαρδένιες, πολλές γαρδένιες για να μοσχοβολά το πέρασμα από τούτο το σημείο και να μοιράζεται απλόχερα σε όλη την περιοχή. Ένας μεγάλος χώρος, όπου κάτω από το χαγιάτι “αναπαύεται” τώρα ανάσκελα μια σιδερένια καρέκλα. Όλα κλειστά κι εγκαταλελειμμένα.



Τα ακροκέραμα στο γείσο της οροφής, καταπώς φαίνεται, μάλωναν ποιο είναι το πιο όμορφο κι έτσι κάποια απ’ αυτά χάσανε τη μάχη κι έπεσαν. Τα τεράστια ξύλινα παραθυρόφυλλα κλείνουν καλά και στεγανά την ιστορία τούτου του αρχοντικού, όπως και η κεντρική πόρτα που έχει σφραγιστεί με χοντρή λαμαρίνα. Οι μαρμάρινοι και περίτεχνοι στυλοβάτες που κρατούσαν στις πλάτες τους τα μπαλκόνια κουράστηκαν από την έλλειψη ζωής τούτου του σπιτικού κι έχουν αρχίσει ν’ αποκόβονται.



Φωνές, γλέντια, χαρές, τραγούδια ηχούσαν άλλοτε. Ο Κώστας με την Ελένη του δούλεψαν σκληρά, εκεί, στην μακρινή Αφρική, όπου και γνωρίστηκαν σ’ έναν ετήσιο χορό. Ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και απόκτησαν δύο παιδιά, τον Βασίλη και την Αγάπη. Εκεί τα μεγάλωσαν, εκεί τα έστειλαν σχολείο και τον μεν Βασίλη σπούδασαν στην Ελβετία, την δε Αγάπη στην Αθήνα. Κι όταν κατάλαβαν πως ήταν πλέον “ανεπιθύμητοι” σ’ αυτή τη χώρα, μα και στην ήπειρο, μάζεψαν τα υπάρχοντά τους κι ένα γερό κομπόδεμα και γύρισαν στην πατρίδα.


Εκείνα τα χρόνια, το σπίτι αυτό στον Μαραθώνα ήταν ένα κτίσμα με δύο δωμάτια και το είχε κληρονομήσει ο Κώστας από τα γονικά του. Χρόνο με το χρόνο, όσο ήταν ακόμα στην Αφρική και είχε και τα παιδιά μικρά και έρχονταν για διακοπές, αφού έριξε καινούρια θεμέλια, έκτισε τούτο το δικό τους παλάτι, όπως έλεγε, μιας και την Ελένη φώναζε βασίλισσά του. Στον επάνω όροφο έστησε τις κρεβατοκάμαρες με τα μπαλκόνια και το λουτρό της η καθεμία και στον κάτω όροφο ήταν η κουζίνα, το τεράστιο σαλόνι και το γραφείο που ήταν γεμάτο βιβλία. Και στους δύο άρεσε το διάβασμα, όποτε ξέκλεβαν καμιά ώρα, εκεί, στην Αφρική, μεταξύ δουλειάς και ανάπαυσης. Ρουφούσαν με δίψα ό,τι έπεφτε στα χέρια τους. Ο Κώστας είχε αδυναμία στα ιστορικά βιβλία και η Ελένη στα μυθιστορήματα που είχαν, όμως, κάποια ιστορική αναφορά. Τον κήπο τον επιμελήθηκαν και οι δύο. Εκείνος είχε αναλάβει τα δέντρα και τα οπωροκηπευτικά και η Ελένη τα λουλούδια.


Ο Κώστας, σαν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και μάλιστα στον Μαραθώνα, είχε αφήσει ένα κομμάτι γης και φύτευε ό,τι ήταν της εποχής. Είχε το δικό του χωραφάκι, όπως το έλεγε και καμάρωνε και δεν τάιζε μόνο τους ίδιους, αλλά τους φίλους που έρχονταν ή τους γείτονες, οι οποίοι έφευγαν με σακούλες, ειδικά όταν υπήρχαν παιδιά. Είχε φτιάξει κι ένα μικρό κοτέτσι για τα φρέσκα αυγά της ημέρας.



Ο Βασίλης και η Αγάπη εργάζονταν στην Αθήνα και για να μην ταλαιπωρούνται, οι γονείς αγόρασαν στον καθένα από ένα δυάρι, κοντά στις δουλειές τους και από ένα μικρό αυτοκίνητο, για να μην ταλαιπωρούνται και να μην έχουν τη δικαιολογία πως δεν πρόλαβαν το λεωφορείο. Τα δύο αυτά παιδιά που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν μέσα στην αγάπη, στο νοιάξιμο, αλλά και την οικονομική άνεση, προσπαθούσαν να είναι αντάξιοι συνεχιστές των γονιών τους.


Αυτό το σπίτι στον Μαραθώνα, Χριστούγεννα, Πάσχα, γιορτές, Κυριακές και αργίες έσφυζε από ζωή, έρχονταν τα παιδιά με φίλους και συναδέλφους και οι γείτονες από κοντά κι έστηναν γλέντι τρικούβερτο. Τα Χριστούγεννα στόλιζαν το δέντρο στο σαλόνι, μπροστά από τη μεγάλη τζαμόπορτα και από κάτω υπήρχε το κατιτίς για τον καθένα, συνήθως χειροποίητα από την Ελένη, στην οποία άρεσε πολύ να δημιουργεί από το τίποτα καλλιτεχνήματα. Το Πάσχα στήνονταν στην ολάνθιστη και μοσχομυρωδάτη αυλή οι σούβλες και τα ξύλινα τραπέζια, γεμάτα καλούδια και μπόλικο κρασί, παραγωγής του Κώστα. Και στις άλλες σχόλες και γιορτές, όλο και κάτι γινόταν, αρκεί να υπήρχε κόσμος στο σπίτι.

Οι φίλοι των παιδιών, όσοι απ’ αυτούς ήξεραν κάποιο όργανο, με τη συνοδεία του πιάνου που είχε περίοπτη θέση στο σαλόνι και που έπαιζε τόσο όμορφα η Αγάπη, μαζεύονταν κι έφτιαχναν πανέμορφες μουσικές βραδιές. Δε χρειαζόταν κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να στηθεί το γλέντι.

Στον επάνω όροφο, εκτός από τις τρεις κρεβατοκάμαρες, υπήρχαν και δύο μικρότερες για τους φιλοξενούμενους. Σαν μαζεύονταν όμως πολλοί, τα κορίτσια μοιράζονταν και στο δωμάτιο της Αγάπης, όπως και τα αγόρια στου Βασίλη.



Όλα ήταν πανέμορφα κι αγαπησιάρικα. Ο Βασίλης είχε γνωριστεί με την Άννα στη δουλειά, είχαν δύο χρόνια δεσμό, κατά καιρούς έμεναν και μαζί στο σπίτι της Αθήνας και τελικά παντρεύτηκαν. Ο Κώστας κι η Ελένη ήταν πολύ χαρούμενοι, όπως και η Αγάπη. Το γλέντι που είχε γίνει εκείνες τις ημέρες, θα το θυμούνται για χρόνια όλοι στον Μαραθώνα.

Δυο χρόνια μετά παντρεύτηκαν και η Αγάπη με τον Στέφανο, ένα παλικάρι που συμπάθησε ο Κώστας από την πρώτη στιγμή. Ο λόγος; Αγαπούσε πολύ τη γη και κάθε που έβρισκε ευκαιρία, πεταγόταν μέχρι τον Μαραθώνα, να δώσει ένα χέρι βοήθειας στη σπορά, στο κλάδεμα, στο βοτάνισμα, σε όλα. Ήταν ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος και κατέβαζε ιδέες για να κάνει πιο εύκολη τη ζωή του ανθρώπου που σεβόταν κι αγαπούσε, αφού ήταν ο πατέρας της Αγάπης του.

Τα δύο παιδιά δεν άργησαν ν’ αποκτήσουν δικά τους παιδιά. Έτσι το σπίτι στο Μαραθώνα ήταν γεμάτο τώρα από κούνιες, ποδήλατα, τραμπάλες, καρότσια, κουβαδάκια και άλλα παιδικά σύνεργα. Ο παππούς και η γιαγιά ήταν πανευτυχείς. Σαν πλησίαζε το Σαββατοκύριακο, ετοίμαζαν τα καλύτερα για την οικογένεια, που είχε γίνει μεγάλη πια.


Παρασκευή πρωί, στην καρδιά του χειμώνα και η Ελένη παραξενεύτηκε που ο Κώστας κοιμάται ακόμα. Σηκώνεται, κατεβαίνει στην κουζίνα, ετοιμάζει το πρωινό τους και ανεβαίνει να τον ξυπνήσει. Του μιλά, τον σκουντά και καταλαβαίνει πως ο Κώστας της έχει φύγει για το μακρινό ταξίδι… Ξαπλώνει δίπλα του, του πιάνει το χέρι και τα μάτια της πλημμυρίζουν δάκρυα.

-Γιατί έφυγες, χωρίς να μου πεις μια κουβέντα; του ψιθυρίζει. Μαζί δεν είμαστε τόσα χρόνια; Γιατί με άφησες μονάχη, χωρίς ούτε ένα αντίο; Γιατί, Κωστή μου; Τι θ’ απογίνω τώρα;

Του έλεγε, του έλεγε κι αφού στέρεψε το παράπονό της, φώναξε τη γειτόνισσα για να ειδοποιήσει το γραφείο τελετών και μόνο τότε πήρε τηλέφωνο τα παιδιά της. Σαν έφτασαν εκείνα, ο Κώστας ήταν τακτοποιημένος, έτοιμος για το κατευόδιο.


Όλος ο Μαραθώνας μαζεύτηκε ν’ αποχαιρετήσει τον άρχοντά του, όπως τον φώναζαν όλοι. Οι φίλοι των παιδιών στάθηκαν στο πλάι της οικογένειας φύλακες-άγγελοι. Και όλα έγιναν όπως άρμοζε σ’ ένα τέτοιο και τόσο δοτικό άνθρωπο.

-Μη στενοχωριέσαι για το περιβόλι του, είπε ο Στέφανος στην πονεμένη χήρα και μάνα. Εγώ θα τα φτιάχνω και δε θ’ αφήσω τίποτα να χαθεί. Μπορείς να στηριχτείς πάνω μου και το ξέρεις. Μαζί θα τα φροντίζουμε και μαζί θα τα καταφέρουμε. Έχεις το λόγο μου. Ένα τηλεφώνημά σου κι έφτασα…


Και το εύλογο ερώτημα: Μετά από τόσους και τόσους, πώς ρήμαξε τούτο το αρχοντικό;

Και η απάντηση, απλή, όσο και σκληρή: Σαν μπαίνει το συμφέρον στη μέση…



Έτσι έγινε και με τούτα τα αδέρφια. Ο Κώστας, σαν έκαναν οικογένεια τα παιδιά του, τους έπεισε να πουλήσουν τα δυάρια και να τα βοηθήσει κι εκείνος όσο μπορούσε, να πάρουν από ένα μεγαλύτερο σπίτι. Η Αγάπη και ο Στέφανος αρνήθηκαν. Γνώριζαν πως ο Κώστας κι η Ελένη δεν είχαν σύνταξη και πως τα χρήματα που τους είχαν απομείνει, ήταν για τα γεράματά τους. Ευτυχώς, το ζευγάρι, από τα χρόνια της Αφρικής, είχαν προνοήσει και είχαν κάνει ιδιωτική ασφάλιση σε μεγάλη ασφαλιστική εταιρία παγκόσμιας εμβέλειας. Τα έσοδά τους, που δεν ήταν και κανένα ευκαταφρόνητο ποσό, εφόσον ήταν και σε συνάλλαγμα, ήταν οι τόκοι που εισέπρατταν και οι οποίοι είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν, εφόσον λιγόστευε και το κεφάλαιο.

-Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, είχε πει ο Στέφανος στον πεθερό του. Δε θέλω να σε προσβάλλω, αλλά και δε θέλω να σου στερήσω αυτά που είμαι εγώ υποχρεωμένος να τους παρέχω.

Στην αρχή κακοφάνηκε στον Κώστα η κουβέντα του γαμπρού του. Αντίθετα η Ελένη, εκείνο το ίδιο βράδυ, μετά που έμειναν μόνοι τους, έκλαιγε στην αγκαλιά του.

-Είμαι ήσυχη πως η Αγάπη μας θα περάσει καλά. Και τώρα να κλείσουμε τα μάτια μας, ο Στέφανος είναι φιλότιμο παιδί και θα της σταθεί. Είναι τυχερό το κορίτσι μας…

Εκείνος που πειράχτηκε πολύ από τη συμπεριφορά του γαμπρού του, ήταν ο Βασίλης, αλλά και η Άννα. Το τι του καταμαρτύρησαν στην επιστροφή τους στην Αθήνα -ευτυχώς τα παιδιά τους ήταν μικρά και είχαν αποκοιμηθεί- δε λέγεται. Τι συμφεροντολόγο τον είπαν, τι ότι θέλει να τα πάρει όλα με πλάγιο τρόπο, τι πονηρό που πηγαίνει κάθε τόσο για να βοηθά, τάχα, και να τσεπώνει… Και τι δεν του είπαν.


Με το θάνατο του Κώστα, όλο αυτό το δηλητήριο που έκρυβαν καλά όλα τα χρόνια, βγήκε σαν χείμαρρος και τους έπνιξε. Ξεκίνησαν με την απαίτηση να μη μείνει η Ελένη μονάχη και να πάει να μείνει μαζί τους. Η χήρα και μάνα, ανένδοτη. Αρνιόταν πεισματικά να φύγει από το σπίτι της, από το σπίτι που έζησαν , που έφτιαξαν πέτρα την πέτρα, πιθαμή προς πιθαμή, εκείνη και ο Κώστας της με τόση αγάπη. Κάθε γωνιά του σπιτιού, της αυλής, του οικοπέδου ολόκληρου, είχε τη σφραγίδα του. Πώς θα τα εγκατέλειπε όλα αυτά; Της ήταν αδύνατο και αδιανόητο.

Ένα πρωί, είχε περάσει μήν